Friday, November 17, 2006

 

Ερωτική επιστολή 1

Η ομορφιά σου κατέβηκε στην Άνοιξη. Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και ο αέρας υποδέχθηκε στοργικά το φωτεινό σου βλέμμα. Η ταραχή μου απέκτησε σώμα και κίνησε προς τους αγρούς. Περπατούσες ανύποπτα και υπερφίαλα, με σίγουρα βήματα στα πλάγια. Ήθελες να φωνάξεις με τον αχό των βημάτων σου στο στεγνό χορτάρι. Η ταραχή μου απέκτησε στόμα και μου μίλησε. Έβγαζε θυμό για τη μεσημεριανή μου οκνηρία. Με έσπρωξε στα ξανθά στάχια και με έθαψε κάτω από άγονους σπόρους. Προς στιγμή κίνησες να φύγεις, οργώνοντας το χώμα με τα νύχια σου. Θύμωσες με τον ξαφνικό πυκνό χιονιά που έπεσε πάνω μας, που σου στέρησε τη θέρμη του κορμιού σου. Ακόμη ονειρεύομαι τα μάτια σου, και κείνο το κοκκινάδι στα χείλη. Όντως η ομορφιά σου κατέβηκε στην Άνοιξη.
Ξήλωσα τα παράθυρα, για να κοιτάζεις απευθείας το φεγγάρι. Κίνησες ξανά, μισοκοιμισμένη και εγκαταλελειμμένη, προς άγνωστη κατεύθυνση, τραβώντας με νεύρο το χωμάτινο σεντόνι. Κοιμόσουν, λες και σε μία τεράστια θάλασσα από γάλα περισσών μανάδων. Αποκοιμισμένη καθώς ήσουν, σου ξέφυγε μία ακατάληπτη προσευχή. Ήταν αρκετή, για να στοιχειώσει το όνειρο που έτοιμη ήσουν να μου διηγηθείς. Ξήλωσα και τη στέγη, καθώς έβρεχε, για να σε ξυπνήσουν οι βραδυνές σταγόνες. Άφηνα το νερό να ανθίζει το σώμα σου, μουσκεμένη, λιπασμένη από τα χάδια μου γη.
Τίναξα το χώμα από πάνω μου, πέταξα τους σπόρους και συνέχισα. Σε άφησα πίσω μου, να τραβήξεις το δρόμο σου.

Comments:
Κάποτε είχα τη συνήθεια να πετάω στα σκουπίδια ερωτικές επιστολές που ήμουν έτοιμος να στείλω σε γυναίκες, με τις οποίες ήμουν ερωτευμένος. Μη με ρωτάτε αν είδα την ταινία "Σιρανό ντε Μπερζεράκ" στα δεκαπέντε μου. Ναι, την είδα. Σήμερα μου ήρθε η ιδέα να αρχίσω να δημοσιεύω μερικές από αυτές. Όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο. Απλά, για να σταματήσω αυτή τη συνήθεια. Α, και για να μη γκρινιάζει ο φίλος Numb ότι δε γράφω....
 
Α μπράβο! Πολύ ωραία η επιστολή. Πόσες θα είναι συνολικά;
 
Μπράβο φίλε!
Όντως πολύ ερωτική και αισθησιακή!
 
Numb, δεν ξέρω ακριβώς.... Κάποιες από αυτές ξαναγράφονται, καθώς μπαίνουν στο blog... Η γραφή εξάλλου είναι ίσως η πιο εύκολη δυνατότητά μας να αναδημιουργούμε το παρελθόν και τον κόσμο...
stomaxike_erwta σ' ευχαριστώ. Θα ανταποδώσω με posts σε δικά σου κείμενα, τα οποία και διαβάζω πάντοτε στη διαδρομή Βοτανικός-Πατήσια... Είναι πολύ καλή παρέα... Μαζί με το σκοτάδι φυσικά..
 
Λυπάμαι, αλλά δεν πείθεις, ως fake άντρας που προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δοκίμασε λίγο πιο σκληρά και ίσως μας πείσεις. Καλή συνέχεια...
 
Κύριε logotexni, ίσως να έχεις δίκιο. Μόνο που ούτε "να προσπαθήσω να πείσω" ούτε "να συνεχίσω πιο σκληρά (?)" με ενδιαφέρει... Αν με ενδιέφερε να το κάνω, θα προσπαθούσα να γίνω λογοτέχνης... Όσο για τον άκρατο φορμαλισμό που ενδεχομένως διακρίνεις στο κείμενό μου -τον οποίο ομολογώ απεριφράστως- αν θεωρείται "fake ανδροπρέπεια", είμαι ευτυχής διότι γνωρίζω μία νέα πτυχή της ελληνικής ανδρικής ταυτότητας... Ανδρικός φορμαλισμός...
 
katse grapse, kura "litsa" mou, gia empaigmous, apates, planes kai pseudaisthiseis mpas kai bgaleis kamia akri me ton eauto sou, pou stin teliki oute auto den to kataferneis me ? teleiwneis to mplamplarito sou. O logos pou ta grafeis auta einai epeidi eisai esi i idia me ta mpounia mes to psema. Alla ti na perimenei kaneis apo mia apotiximeni (pseuto)dianooumeni, aporifthisa apo to sistima pou irthe sta blogs gia na "didaksei" sta mikra imimathi tin idia karamela tha pou papagalize upo alles sinthikes, otan apantaei sta keleusmata tou paterouli legontas: malista (sumpaignia legetai auto kai to ksereis)! Etsi loipon pou les, kura mari"litsa" mou. Oloi oi alloi bgazoun tin psixoula tous legontas tin p@p@ria tous, esu kaneis mathima! ftaiei i rimada i mataodoksia sou, ftaiei i parea, ftaei i eleipsi oino-pneumatos, tis ptaiei? mporei na ftaiei kai o foufoutos, gia kathe endexomeno put the blame on anonymous. poia gnwsi fotospathou? grapse kalitera, 'ektelountai paragelies', pliromenes theoritikes tekmiriwseis sta keimena twn allwn, ksereis esi apauta i eidikotita sou. ti athlia pou eisai... an to kaloskefteis i moni alithina diki sou stigmi itan ena paralirima, ti katantima... pies ligo raki twra na pane katw ta farmakia.
 
Δεν περνάς κυρα-Μαρία, δεν περνάς, δεν περνάς... alltogethernow! Γειά σου υπερποιοτικιά μου Αντμινιστρατόρισσα με τις ανιαρές εξομολογήσεις σου· τόσο ανιαρές που μόνο εγώ τις διαβάζω! Missed me? Ξαναγύρισα στο Παγκράτι, μετά το στρατιωτικό μου, αλλά εσένα δε σε ξεχνάω ποτέ και σε επισκέπτομαι πάντα, με τις καλύτερες ευχές από ψυχής· χαίρομαι να σε βλέπω να προοδεύεις. Πως μπορώ άλλωστε να ξεχάσω το πως ξεκίνησες, 5 χρόνια πριν, μετά από τόσες ανεπανάληπτα ευχάριστες στιγμές που μου χάρισες... θυμάσαι, ρε Λιτσάρα; Θυμάσαι τότε στου Γέρου, στο blogs.gr, που πόσταρες εκείνο το μακροσκελές κείμενο του Ουμπέρτο Έκο, εκείνο το δοκίμιο για τον Αρσέν Λουπέν, ως δικό σου και όλα τα ημιμαθή είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό και χειροκροτούσαν, θυμάσαι; Ο Γούτης είχε κατενθουσιαστεί από την «ποιότητα» που έφερνες στο μαγαζάκι του! Άρε Λιτσάρα, μερικές φορές ξέρεις νιώθω ένοχος και δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδυα, ιδίως όταν σκέφτομαι ότι είχες τόσα ωραία πράγματα κι εγώ σου τα χάλασα όλα... Αχ, πόσο δίκιο είχες, κρητικιά μου. Άντε βρε μη κλαις, το τραγουδάκι είναι εξαιρετικά αφιερωμένο σε σένα, χαμογέλα.

Λιτσάρα (σε στίχους Α.)

Παλεύει το ποτάμι στη θάλασσα να βγει
Και ο τζεντάι γυρεύει την Λί(τσ)α του να βρει
Το κύμα ψάχνει να 'βρει την άκρη του γιαλού
Κι εγώ γυρεύω εσένανε εσένανε που μ'άφησες, και έφυγες γι'αλλού

Έψαχνα να 'βρω τον μπελά μου και τελικά τον βρήκα
Και πήγα και αγάπησα μία γριά τη Λίτσα
Λίτσα εσύ 36 και εγώ 26
Λίτσα εγώ'μουν στην αρχή, κι εσύ στο πάρα πέντε

Λίτσα Λιτσάρα, κανέναν δε φοβάσαι
Λίτσα Λιτσάρα, τίποτα δε θυμάσαι
Λίτσα Λυσσάρα, το βράδυ που κοιμάσαι

Σου το'χα πει πολλές φορές, ότι σε αγαπούσα
Συγνώμη δεν κατάλαβες, ότι το εννοούσα
Γι'αυτό λοιπόν με χαιρετάς, φεύγεις παραμιλώντας
Με το κεφάλι σου ψηλά, και την ψυχή στα πόδια

Λίτσα Λιτσάρα, κανέναν δε φοβάσαι
Λίτσα Λιτσάρα, τίποτα δε θυμάσαι
Λίτσα Λυσσάρα, το βράδυ που κοιμάσαι
Ti voglio, si, ti voglio ❤

Το μπαρ η Πουστρίτσα (στίχοι Α.)

Προχθές αργά στο μπαρ η Πουστρίτσα
Βρέθηκα να τα πίνω με τη Λίτσα
Καθότανε στο δίπλανο το μπλογκ
Και κοινωνούσε με το παραμιλητό

Της είπα, Λίτσα, τί ζητάς εδώ
Δεν είναι μέρος για κωλόγρια αυτό
Μου είπε, τεκνόν μου κάνεις μέγα λάθος
Εδώ είναι ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος



Κοίταξε γύρω όλους τους numb και μεθυσμένους
Και μου είπε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους
Αν θες ν' αγιάσεις πρέπει ν'αμαρτήσεις
Ε, κι αν προλάβεις, ας μετανοήσεις

Προχθές αργά στο μπαρ η Πουστρίτσα
Βρέθηκα να τα πίνω με τη Λίτσα
Καθότανε στο δίπλανο το μπλογκ
Και κοινωνούσε με το παραμιλητό
Καθότανε στο διπλανό το μπλογκ
Στο τέλος ζήτησε συγνώμη απ'το τεκνό ❤.

 
Σβήσε τώρα και το σχόλιο, φασιστικά και όμορφα, σαν καλό «κορίτσι» που είσαι, και κλειδαμπάρωσε και την εξώπορτα στις σκαιές πύλες της σκατάμαυρης ψυχής σου, γιατί η αλήθεια πονάει, ποναέι πολύ, πονάει τόσο πολύ που εσύ δε μπορείς να την αντέξεις με τίποτα. Όχι καλή μου, δεν πρόκειται να σε εγκαταλείψω, έχω κάνει όρκο στο Παροναξιώτικο ξωκκλήσι της Παναγιάς της Μεσκαλινιώτισσας, να μην πάρει πρωτάθλημα η ΑΕΚ, αν δεν τακτοποιήσω πρώτα κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς που έχω με κάτι χριστόβλακες και κάτι σκατόψυχους που μου έκαναν τη ζωή κόλαση, τη στιγμή που τους έδινα απλώχερα όλη την αλήθεια της ψυχής μου. Γιατί σε περίπτωση που σου διέφυγε, είμαι και εγώ άνθρωπος και έχω αισθήματα και όταν μου φέρονται κάλπικα πληγώνομαι και δυστυχώς για σας, δεν ξεχνάω. Θα σε κυνηγήσω λοιπόν μέχρι εσχάτων και θα σου έρθει από εκεί που δεν το περιμένεις, τη στιγμή που δεν θα το περιμένεις, έως ότου σε ακούσω να ψελίζεις με δάκρυα στα μάτια τη μαγική λέξη: ΣΥΓΝΩΜΗ. Όλα εδώ πληρώνονται, Μαρία, γιατί ο Τζεντάι δεν ξεχνάει.
 
Άρε παπάρα, ξύλο που θες. Δε μου λες ρε φρικιό, ακόμα στο Ν.Ψυχικό είσαι ή έχεις βρομίσει και άλλα μέρη με την ψυχασθένειά σου; Και το αυθαίρετο στην Πάρο δε στο γκρέμισαν ακόμα; Δε βαρέθηκες ρε γυμνοσάλιαγκα; Ατάλαντε γραφιά, ξενομανή, απροσάρμοστο, άκου λέει κιθαρίστας -σιγά μην είσαι και ντράμερ. Έχεις βρομίσει το ίντερνετ με τις παπαριές σου, όλο μούφα και παραλλαγή είσαι, ρε τραβέλι, άσε πια εκείνες οι μανταλενοmixες που δεν ακούγονταν με τίποτα... Για λέγε ρε σκατόψυχε, είσαι περήφανος που κοροιδεύεις καθημερινά όλο τον κόσμο; Όταν ένας άνθρωπος λέει δημοσίως ΣΥΓΝΩΜΗ και ΤΟ ΕΝΝΟΕΙ, δεν συνεχίζει το ίδιο τροπάρι -κατάλαβες, ρε weirdo; Αλλά τι λέω τώρα; Άμα είχες συνείδηση θα έπρεπε να κάνεις δημοσίως χαρακίρι μπροστά στο μαγαζάκι στην πλατεία Μαντώς Μαυρογένους και μετά να σε κάψουμε για μπάρμεκιου, ρε παρτάλι. Κατά τα άλλα, το photolifespotting σε μάραναν, σκατόψυχε. Έτσι έτσι ρε, πουστιά στην πουστιά, γαμώ την κλίκα σας, δε θα σταματήσω ποτέ, έχω κάνει τάμα στην παναγιά την Μεσκαλινιώτισσα -ψόφα ρε λέμε! Και μην ξεχάσεις το delete, γιατί η αλήθεια πονάει και εσύ δεν την αντέχεις με τίποτα. Παπάρα!

Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, γιατί ο Τζεντάι δεν ξεχνάει, παπάρα!
 
Ε, μετά την επική, λατινοαμερικανική υπερπαραγωγή του Stalinhood, καιρός είναι νομίζω να γυρίσεις και μια αντιφαλλοκρατική τσόντα. Εμπρός λοιπόν για ένα ποιοτικό ελληνικό πορνό! Επέτρεψέ μου όμως να σε βοηθήσω λιγάκι -θαύμασε σενάριο: Είναι μια οικογένεια με έναν «Φασιστοσταλίνα», μια «Χοντρέλω», και 1 παιδί από την πρώην, κοριτσάκι. Το μισθωτό (όπως λέμε σκλαβωμένο) ανδρόγυνο μικροαστών μένει σε ένα σένιο διαμέρισμα στην Στυφάδα, ένα χαϊκλασάτο προάστιο του Γκάντέμ Σίτυ (εκ του shitty, όπως λέμε Γκόθαμ Σίτυ). Η «Χοντρέλω» για κάποιον λόγο ψυχολογικό (μη το γελάς, γίνονται αυτά!) δεν θέλει να κάνει παιδιά, κι ως εκ τούτου, επειδή ο κόσμος τους έχει γλωσσοφάει, αποφασίζουν να βάλουν λίγο αλατοπίπερο στην ερωτική τους ζωή, ώστε να μην πλήττουν συνέχεια παριστάνοντας τις νοσοκόμες στο κρεβάτι -με παρακολουθάς, έτσι; Ο πρώην ζωντοχοίρος λοιπόν που έχει πιάσει τα σαρανταφεύγα μαζί με την πρώην φορτηγατζού αποφασίζουν να βρουν τον/την τρίτο πρόσωπο -μιας και ο «Φασιστοσταλίνας» το (κρυφο)πάει το γράμμα. Μετά από πολύ ψάξιμο στις ροζ αγγελίες του ίντερνετ βρίσκουν έναν ωραίο τύπο με μεγάλο κεφάλι, έναν μαρλαφέκα γύρω στα 30, που διαρκώς διανοουμενίζει, και είναι τραβέλι -αλλά αυτό δεν τους πειράζει, τόσο το καλύτερο. Τον «μάγκα» τον λένε Michael Sc(humacher) -επειδή γουστάρει τις γρήγορες περσόνες- και γρήγορα μπαίνει στη ζωή της οικογένειας. Όλοι γουστάρουν, πηδιούνται και ξαναπηδιούνται (ακόμα και με strap-on), βάζουν μέσα στο κόλπο και την «Λιτσάρα», την κουμπάρα τη λυσσάρα, και μετά τον σύντεκνο τον κουμπάρο τον τρελό που φυσάει Β-ΒΑ, ακόμα και τον γερμαναρά βαρύμαγκα που τραγουδούσε παλιά στο «ΤΡΙΟ Bel ΚΑΔΟ»... μην τα πολυλογώ -όλα γραφικά. Μέχρι που ο πρώην ζωντοχοίρος πατέρας τον ερωτεύεται (το τραβέλι ντε –με παρακολουθάς, έτσι;). Το τραβέλι βέβαια τον έχει κυριολεκτικά για τον πούτσο και κοιτάει μόνο το οιδιπόδειό του –όχι έρωτες και σαχλαμάρες... Μια ωραία ημέρα λοιπόν η «Χοντρέλω» του αντρόγυνου (πάνω που πάει να συμπαθήσει τον μαρλαφέκα) ανακαλύπτει οτι οι δυο «άντρες» δεν πηδιόνται αναμετάξυ τους μόνο στις οικογενειακές παρτούζες ας πούμε -παίζει και κάτιτις παραπάνω στα πριβέ. Το τι βρισίδι τού ρίχνει του μογγόλου του άντρα της –δε λέγεται! Τι του λέει οτι την υποβαθμίζει σα γυναίκα η επιλογή του να πηδηχτεί με τραβέλι, τι για προδοσίες του ξηγιέται... Την συζήτηση κρυφακούει βεβαίως και το κοριτσάκι. Το οποίο από τσιρλίντερ των Γαύρων γίνεται τσουκνίδα σαν τη μάνα του και τα χώνει στην «Χοντρέλω» τη γυναίκα του πατέρα της -με τον οποίο υποψιν ότι μοιάζει σαν μια σταγόνα νερού: «σα δε ντρέπεσαι πού μου έκανες τέτοιο πράγμα, δική σου ιδέα ήταν, και τώρα όλες οι συμμαθητριές μου στο δημοτικό σχολείο με κοροϊδεύουν. Δεν τον αγάπησες ποτέ σου αληθινά»! Η έρμη η βρομόστομη προσπαθεί να εξηγήσει, αλλά το κοριτσάκι είναι ανένδοτο. Στο τέλος πάει μέχρι το σπίτι του γυμνοσάλιαγκα, όπου στο μεταξύ έχει εγκατασταθεί και ο μογγολόγερος, και η «Χοντρέλω» της σχέσης το ξεχέζει κανονικά: «άμα θες να κάνεις οικογένεια, άντε κάνε δικιά σου που ήρθες να μου πάρεις τον πούστη μου!» Στο θέαμα αυτό ο πηδίκουλας άντρας δακρύζει στην τραπεζαρία και αποφασίζει να παρέμβει αποφασιστικά δείχνοντάς της την έξοδο του σπιτιού, το κοριτσάκι γυρίζει την πλάτη στην «Χοντρέλω» και η ιστορία τελειώνει με το κοριτσάκι να λέει στο ζευγάρι: «νομίζω οτι εσείς οι δυο πρέπει να παντρευτείτε επειδή είστε αληθινά ερωτευμένοι». Το ζευγάρι κρατιέται χέρι–χέρι με φόντο τα ναυπηγία του Σκαραμαγκά, η τύχη της «Χοντρέλως» αγνοείται. Ζουμ στα χέρια, κατ, τίτλοι τέλους. Σκέφτομαι μάλιστα να το ονομάσεις: «Η κλίκα είναι ΟΚ»! xxx :-P

Ταινιάρα -έτσι; χεχε! Άρε παπάρα, πως καταντάει ο άνθρωπος, όταν περνάνε τα χρόνια, από τον αγώνα των Ζαπα(πα)τίστας, στον αγώνα του εκλογικού Λευκού (θορύβου), και στο βίντεο να παίζει μια τσόντα... -με νιώθεις;

Aνδρέας aka τζεντάι
 
ΥΓ. Είπαμε πουστιά στη πουστιά, νομπελίστα του trash -έτσι πάει. Το λοιπόν, τα πράγματα είναι απλά: ή βάζεις comment moderation όπως ο Μαρλαφέκας (της γνωστής Μούφας & Παραλλαγής) ή κλείνεις εντελώς τα σχόλια και δικαιώνεις και τον τίτλο του φασίστα, μεσοβέζικες λύσεις *κομμένες* -κατανοητό;
 
ΠιεΣ ξανά. Ρε συ (σόρυ για το ρε, πάντα ξεχνάω το μοτο), γράψε κι ένα πολυσέλιδο (τουλάχιστον 1001 σελ.) δοκίμιο για την πουστιά, θα γίνει ευπώλητο και θα χεστείς στο τάληρο, λέμε -κρίμα κι άδικο να πάει χαμένο τόσο σκατό.

BONUS TRACK (ή αλλιώς όλα όσα θα θέλατε και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε -γενικά).
α(λφα). Μοτόρε, πάντα ήθελα να σε ρωτήσω, έχεις κάνει ποτε απόπειρα αυτοκτονίας;
β(ητα). Η πασταφλοράνς πίπες παίρνει;
γ(αμα). Με τα 5ωρα που αφιερώνεις κάθε μέρα στα βιπεράκια, πότε προλαβαίνεις και τη γαμάς;
δ(ελτα). Έχεις διανοηθεί ποτέ να ζητήσεις συγνώμη;
ε(ψιλον). Έχεις προσευχηθεί ποτέ στο Σατανά, να μη σε κάψουν ζωντανό τα 15χρονα;
στ(ου). Δε μου 'ρχεται, αλλά θα το θυμηθώ που θα πάει…
ζ(ητα). Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να συναντήσεις το Νικολαϊδη -όσο ζούσε- και να μιλήσεις μαζί του, αντί να τον χρησιμοποιείς σαν αρμόκολα στην αρρωστημένη σου φαντασία;

Ω(Μέγα!) Με τόσα μπλογκς, είσαι πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών, οπότε το ποστάρω κι εδώ σαν κόσμημα -δε σε πειράζει, έτσι;
 
Post a Comment

Links to this post:

Create a Link



<< Home

This page is powered by Blogger. Isn't yours?